Ανεβαίνει επικίνδυνα το θερμόμετρο στη Μέση Ανατολή – Ο διάδοχος του σαουδαραβικού θρόνου φέρεται να μετακινείται μεταξύ οχυρωμένων ανακτόρων με καταφύγια, ενώ οι επιθέσεις απειλούν την ασφάλεια του βασιλείου, τις ενεργειακές εγκαταστάσεις και το φιλόδοξο οικονομικό σχέδιο του Ριάντ…
Σε κατάσταση αυξημένου συναγερμού φέρεται να βρίσκεται η Σαουδική Αραβία, καθώς η κλιμάκωση των επιθέσεων των Houthis από την Υεμένη δημιουργεί ένα εκρηκτικό σκηνικό για την ασφάλεια της χώρας, την οικονομία της και το μέλλον των στρατηγικών σχεδίων του Mohammed bin Salman.
Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» στις 12 Οκτωβρίου, το οποίο επικαλείται αξιωματούχους που γνωρίζουν τις κινήσεις του, ο 41χρονος πρίγκιπας διάδοχος μετακινείται μεταξύ αυστηρά φυλασσόμενων παλατιών που διαθέτουν καταφύγια, ενώ προστατεύεται από ειδικά επιλεγμένη ομάδα ασφαλείας.
Η τελευταία δημόσια εμφάνισή του καταγράφηκε στις 6 Οκτωβρίου, όταν συμμετείχε σε εθνική εκστρατεία αιμοδοσίας.
Οι πληροφορίες αυτές, εφόσον επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους, αποτυπώνουν τη σοβαρότητα των ανησυχιών ασφαλείας που αντιμετωπίζει η σαουδαραβική ηγεσία.
Παράλληλα, αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στις προηγούμενες διαβεβαιώσεις του Ριάντ ότι η απειλή των Houthis βρισκόταν υπό έλεγχο και στη σημερινή ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας του διαδόχου.
Η επέκταση των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές της Σαουδικής Αραβίας προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς αποκαλύπτει τα κενά στην προστασία στρατηγικών στόχων ενός βασιλείου που έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στη στρατιωτική του ισχύ.
Σύμφωνα με το κείμενο που μεταφέρει το δημοσίευμα της «Wall Street Journal», τουλάχιστον ένας πύραυλος των Houthis έπληξε το διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ στις 10 Οκτωβρίου, προκαλώντας τουλάχιστον 12 θανάτους και εκατοντάδες τραυματισμούς.
Νέα επίθεση φέρεται να σημειώθηκε στο αεροδρόμιο την επόμενη ημέρα.
Οι αναφορές αυτές συνθέτουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την ασφάλεια των αερομεταφορών και των κρίσιμων εγκαταστάσεων της χώρας.
Εάν επιβεβαιωθεί η έκταση των πληγμάτων, οι συνέπειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα όρια μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης και να επηρεάσουν την ευρύτερη λειτουργία της σαουδαραβικής οικονομίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι προηγούμενες επιθέσεις στον βασικό αγωγό πετρελαίου ανατολής-δύσης.
Πρόκειται για υποδομή στρατηγικής σημασίας, καθώς επιτρέπει στη Σαουδική Αραβία να μεταφέρει αργό πετρέλαιο προς την Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας το Στενό του Hormuz.
Μια παρατεταμένη απειλή κατά τέτοιων εγκαταστάσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη αβεβαιότητα στις εξαγωγές πετρελαίου, να αυξήσει το κόστος ασφάλειας και να εντείνει τις ανησυχίες στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Το λάθος των εκτιμήσεων και ο παράγοντας Ιράν
Η εξέλιξη της σύγκρουσης φαίνεται να έχει αιφνιδιάσει τμήματα της σαουδαραβικής ηγεσίας.
Όπως αναφέρει η «Wall Street Journal», οι υπηρεσίες πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας είχαν ενδείξεις ότι το Ιράν ασκούσε ενεργές πιέσεις στους Houthis προκειμένου να εμπλακούν στον πόλεμο.
Ωστόσο, ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούσαν ότι η οργάνωση είχε ήδη υποστεί σημαντικές στρατιωτικές απώλειες από τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ το προηγούμενο έτος και θα ενεργούσε με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα, αντί να ακολουθήσει τη γραμμή της Τεχεράνης.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφει το δημοσίευμα, καθώς οι Houthis εμφανίζονται πλέον ικανοί να ασκούν πίεση σε κρίσιμες εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας.
Ο παράγοντας Ιράν περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η δυνατότητα της Τεχεράνης να επηρεάζει τις εξελίξεις μέσω περιφερειακών συμμάχων της αποτελεί σταθερή πηγή ανησυχίας για το Ριάντ, καθώς δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο περιβάλλον απειλών, στο οποίο η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται από μόνη της την ασφάλεια των υποδομών.
Το μεγαλύτερο πλήγμα για τον Mohammed bin Salman ενδέχεται να μην είναι μόνο στρατιωτικό, αλλά και οικονομικό.
Ο πρίγκιπας διάδοχος έχει επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο και τεράστιους οικονομικούς πόρους στην προσπάθεια να μετασχηματίσει τη Σαουδική Αραβία, περιορίζοντας την εξάρτησή της από το πετρέλαιο και αναδεικνύοντας τον τουρισμό, τις διεθνείς επενδύσεις και τα μεγάλα έργα υποδομών σε βασικούς πυλώνες ανάπτυξης.
Ωστόσο, η κλιμάκωση της σύγκρουσης δημιουργεί ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που μπορεί να υπονομεύσει αυτή τη στρατηγική.
Ένα διεθνές επενδυτικό συνέδριο, προγραμματισμένο για αργότερα μέσα στον μήνα, φέρεται πλέον να αντιμετωπίζει αβεβαιότητα ως προς τη διεξαγωγή του.
Την ίδια ώρα, το κόστος του πολέμου επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, ενώ η αύξηση των αμυντικών δαπανών και των αναγκών προστασίας κρίσιμων υποδομών απειλεί να απορροφήσει κεφάλαια που προορίζονταν για την οικονομική διαφοροποίηση.
Οι ξένες επενδύσεις μειώθηκαν κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του έτους, ενώ αρκετά μεγάλα έργα έχουν ανασταλεί ή τεθεί υπό επανεξέταση.
Το δε σαουδαραβικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει συρρίκνωση της οικονομίας κατά περίπου 3,6% έως το τέλος του έτους.
Η εκτίμηση αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα συνιστούσε σοβαρό πλήγμα για τον σχεδιασμό του Ριάντ και θα ενίσχυε τις ανησυχίες για τις οικονομικές συνέπειες της παρατεταμένης αστάθειας.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο: η Σαουδική Αραβία καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα την άμυνά της, την προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και την υλοποίηση ενός φιλόδοξου προγράμματος μετασχηματισμού της οικονομίας της.
Ο Donald Trump δεν έχει δώσει τη βοήθεια που ζητά το Ριάντ
Παράλληλα, η διπλωματική στρατηγική του Mohammed bin Salman αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.
Ο Σαουδάραβας διάδοχος έχει επιδιώξει στενότερους δεσμούς με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump, έχοντας δεσμευθεί για επενδύσεις περίπου 1 τρισ. δολαρίων στην αμερικανική οικονομία.
Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ουάσινγκτον έχει μέχρι στιγμής αντισταθεί στα αιτήματα της Σαουδικής Αραβίας για στρατιωτική βοήθεια με στόχο την αναχαίτιση των επιθέσεων των Houthis, αν και έχει αποστείλει στρατιωτικούς συμβούλους.
Η στάση αυτή αναδεικνύει τα όρια της αμερικανοσαουδαραβικής συνεργασίας σε μια περίοδο κατά την οποία το Ριάντ αναζητά πρόσθετες εγγυήσεις ασφαλείας.
Για τη σαουδαραβική ηγεσία, το πρόβλημα είναι σύνθετο: η διατήρηση της περιφερειακής επιρροής απαιτεί στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά η προστασία της οικονομίας και η προσέλκυση επενδύσεων προϋποθέτουν σταθερότητα και εμπιστοσύνη.
Μπροστά στην κλιμάκωση, το Ριάντ φέρεται να αναζητά εναλλακτικές λύσεις για την ενίσχυση της άμυνάς του.
Σύμφωνα με τη «Wall Street Journal», η Σαουδική Αραβία έχει στραφεί στο Πακιστάν για υποστήριξη, εξετάζει την προμήθεια συστημάτων αεράμυνας από το εξωτερικό και διερευνά το ενδεχόμενο στρατολόγησης ξένων μαχητών για την ενίσχυση των συμμάχων της στην Υεμένη.
Ταυτόχρονα, το Ριάντ αναζητά διπλωματική διέξοδο που θα μπορούσε να περιορίσει τη σύγκρουση πριν αυτή αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Η Τουρκία, η οποία συμμετέχει στη συμφωνία άμυνας της Μέκκας, έχει αποκλείσει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έναν επιθετικό ρόλο. Αντίθετα, οι αναφορές για ενδεχόμενη εμπλοκή της Συρίας παραμένουν ανεπιβεβαίωτες.
Οι κινήσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η Σαουδική Αραβία εξετάζει ένα ευρύ φάσμα επιλογών, χωρίς να είναι σαφές εάν θα καταφέρει να εξασφαλίσει εγκαίρως την απαιτούμενη στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη.
Η κλιμάκωση των επιθέσεων των Houthis δημιουργεί μια κρίσιμη δοκιμασία για το σαουδαραβικό βασίλειο.
Η ασφάλεια του Mohammed bin Salman, η προστασία των ενεργειακών υποδομών, η πορεία των ξένων επενδύσεων και η βιωσιμότητα των μεγάλων αναπτυξιακών σχεδίων συνδέονται πλέον στενά με την εξέλιξη της σύγκρουσης.
Εάν η ένταση παραταθεί, το Ριάντ ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση και νέες δυσκολίες στην προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η σαουδαραβική ηγεσία θα καταφέρει να αποκαταστήσει το αίσθημα ασφάλειας και να περιορίσει τις επιθέσεις χωρίς να οδηγηθεί σε μια ευρύτερη στρατιωτική εμπλοκή.
Για τον Mohammed bin Salman, η κρίση δεν αφορά πλέον μόνο το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αφορά την προστασία της πολιτικής του στρατηγικής και την αξιοπιστία του σχεδίου που φιλοδοξεί να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε παγκόσμιο επενδυτικό και τουριστικό κόμβο.
www.bankingnews.gr
Σύμφωνα με δημοσίευμα της «Wall Street Journal» στις 12 Οκτωβρίου, το οποίο επικαλείται αξιωματούχους που γνωρίζουν τις κινήσεις του, ο 41χρονος πρίγκιπας διάδοχος μετακινείται μεταξύ αυστηρά φυλασσόμενων παλατιών που διαθέτουν καταφύγια, ενώ προστατεύεται από ειδικά επιλεγμένη ομάδα ασφαλείας.
Η τελευταία δημόσια εμφάνισή του καταγράφηκε στις 6 Οκτωβρίου, όταν συμμετείχε σε εθνική εκστρατεία αιμοδοσίας.
Οι πληροφορίες αυτές, εφόσον επιβεβαιωθούν στο σύνολό τους, αποτυπώνουν τη σοβαρότητα των ανησυχιών ασφαλείας που αντιμετωπίζει η σαουδαραβική ηγεσία.
Παράλληλα, αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στις προηγούμενες διαβεβαιώσεις του Ριάντ ότι η απειλή των Houthis βρισκόταν υπό έλεγχο και στη σημερινή ανάγκη ενίσχυσης της προστασίας του διαδόχου.
Η επέκταση των επιθέσεων σε κρίσιμες υποδομές της Σαουδικής Αραβίας προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς αποκαλύπτει τα κενά στην προστασία στρατηγικών στόχων ενός βασιλείου που έχει επενδύσει τεράστιους πόρους στη στρατιωτική του ισχύ.
Σύμφωνα με το κείμενο που μεταφέρει το δημοσίευμα της «Wall Street Journal», τουλάχιστον ένας πύραυλος των Houthis έπληξε το διεθνές αεροδρόμιο του Ριάντ στις 10 Οκτωβρίου, προκαλώντας τουλάχιστον 12 θανάτους και εκατοντάδες τραυματισμούς.
Νέα επίθεση φέρεται να σημειώθηκε στο αεροδρόμιο την επόμενη ημέρα.
Οι αναφορές αυτές συνθέτουν μια ιδιαίτερα ανησυχητική εικόνα για την ασφάλεια των αερομεταφορών και των κρίσιμων εγκαταστάσεων της χώρας.
Εάν επιβεβαιωθεί η έκταση των πληγμάτων, οι συνέπειες θα μπορούσαν να ξεπεράσουν τα όρια μιας στρατιωτικής αντιπαράθεσης και να επηρεάσουν την ευρύτερη λειτουργία της σαουδαραβικής οικονομίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι προηγούμενες επιθέσεις στον βασικό αγωγό πετρελαίου ανατολής-δύσης.
Πρόκειται για υποδομή στρατηγικής σημασίας, καθώς επιτρέπει στη Σαουδική Αραβία να μεταφέρει αργό πετρέλαιο προς την Ερυθρά Θάλασσα, παρακάμπτοντας το Στενό του Hormuz.
Μια παρατεταμένη απειλή κατά τέτοιων εγκαταστάσεων θα μπορούσε να δημιουργήσει πρόσθετη αβεβαιότητα στις εξαγωγές πετρελαίου, να αυξήσει το κόστος ασφάλειας και να εντείνει τις ανησυχίες στις διεθνείς ενεργειακές αγορές.
Το λάθος των εκτιμήσεων και ο παράγοντας Ιράν
Η εξέλιξη της σύγκρουσης φαίνεται να έχει αιφνιδιάσει τμήματα της σαουδαραβικής ηγεσίας.
Όπως αναφέρει η «Wall Street Journal», οι υπηρεσίες πληροφοριών της Σαουδικής Αραβίας είχαν ενδείξεις ότι το Ιράν ασκούσε ενεργές πιέσεις στους Houthis προκειμένου να εμπλακούν στον πόλεμο.
Ωστόσο, ορισμένοι αξιωματούχοι εκτιμούσαν ότι η οργάνωση είχε ήδη υποστεί σημαντικές στρατιωτικές απώλειες από τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ το προηγούμενο έτος και θα ενεργούσε με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα, αντί να ακολουθήσει τη γραμμή της Τεχεράνης.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποδείχθηκαν ανεπαρκείς, σύμφωνα με την εικόνα που περιγράφει το δημοσίευμα, καθώς οι Houthis εμφανίζονται πλέον ικανοί να ασκούν πίεση σε κρίσιμες εγκαταστάσεις της Σαουδικής Αραβίας.
Ο παράγοντας Ιράν περιπλέκει ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η δυνατότητα της Τεχεράνης να επηρεάζει τις εξελίξεις μέσω περιφερειακών συμμάχων της αποτελεί σταθερή πηγή ανησυχίας για το Ριάντ, καθώς δημιουργεί ένα πολυεπίπεδο περιβάλλον απειλών, στο οποίο η στρατιωτική υπεροχή δεν εγγυάται από μόνη της την ασφάλεια των υποδομών.
Το μεγαλύτερο πλήγμα για τον Mohammed bin Salman ενδέχεται να μην είναι μόνο στρατιωτικό, αλλά και οικονομικό.
Ο πρίγκιπας διάδοχος έχει επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο και τεράστιους οικονομικούς πόρους στην προσπάθεια να μετασχηματίσει τη Σαουδική Αραβία, περιορίζοντας την εξάρτησή της από το πετρέλαιο και αναδεικνύοντας τον τουρισμό, τις διεθνείς επενδύσεις και τα μεγάλα έργα υποδομών σε βασικούς πυλώνες ανάπτυξης.
Ωστόσο, η κλιμάκωση της σύγκρουσης δημιουργεί ένα περιβάλλον αβεβαιότητας που μπορεί να υπονομεύσει αυτή τη στρατηγική.
Ένα διεθνές επενδυτικό συνέδριο, προγραμματισμένο για αργότερα μέσα στον μήνα, φέρεται πλέον να αντιμετωπίζει αβεβαιότητα ως προς τη διεξαγωγή του.
Την ίδια ώρα, το κόστος του πολέμου επιβαρύνει τον προϋπολογισμό, ενώ η αύξηση των αμυντικών δαπανών και των αναγκών προστασίας κρίσιμων υποδομών απειλεί να απορροφήσει κεφάλαια που προορίζονταν για την οικονομική διαφοροποίηση.
Οι ξένες επενδύσεις μειώθηκαν κατά τα δύο πρώτα τρίμηνα του έτους, ενώ αρκετά μεγάλα έργα έχουν ανασταλεί ή τεθεί υπό επανεξέταση.
Το δε σαουδαραβικό υπουργείο Οικονομικών προβλέπει συρρίκνωση της οικονομίας κατά περίπου 3,6% έως το τέλος του έτους.
Η εκτίμηση αυτή, εφόσον επιβεβαιωθεί, θα συνιστούσε σοβαρό πλήγμα για τον σχεδιασμό του Ριάντ και θα ενίσχυε τις ανησυχίες για τις οικονομικές συνέπειες της παρατεταμένης αστάθειας.
Το διακύβευμα είναι μεγάλο: η Σαουδική Αραβία καλείται να χρηματοδοτήσει ταυτόχρονα την άμυνά της, την προστασία των ενεργειακών εγκαταστάσεων και την υλοποίηση ενός φιλόδοξου προγράμματος μετασχηματισμού της οικονομίας της.
Ο Donald Trump δεν έχει δώσει τη βοήθεια που ζητά το Ριάντ
Παράλληλα, η διπλωματική στρατηγική του Mohammed bin Salman αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις.
Ο Σαουδάραβας διάδοχος έχει επιδιώξει στενότερους δεσμούς με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Donald Trump, έχοντας δεσμευθεί για επενδύσεις περίπου 1 τρισ. δολαρίων στην αμερικανική οικονομία.
Ωστόσο, σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Ουάσινγκτον έχει μέχρι στιγμής αντισταθεί στα αιτήματα της Σαουδικής Αραβίας για στρατιωτική βοήθεια με στόχο την αναχαίτιση των επιθέσεων των Houthis, αν και έχει αποστείλει στρατιωτικούς συμβούλους.
Η στάση αυτή αναδεικνύει τα όρια της αμερικανοσαουδαραβικής συνεργασίας σε μια περίοδο κατά την οποία το Ριάντ αναζητά πρόσθετες εγγυήσεις ασφαλείας.
Για τη σαουδαραβική ηγεσία, το πρόβλημα είναι σύνθετο: η διατήρηση της περιφερειακής επιρροής απαιτεί στρατιωτικές δυνατότητες, αλλά η προστασία της οικονομίας και η προσέλκυση επενδύσεων προϋποθέτουν σταθερότητα και εμπιστοσύνη.
Μπροστά στην κλιμάκωση, το Ριάντ φέρεται να αναζητά εναλλακτικές λύσεις για την ενίσχυση της άμυνάς του.
Σύμφωνα με τη «Wall Street Journal», η Σαουδική Αραβία έχει στραφεί στο Πακιστάν για υποστήριξη, εξετάζει την προμήθεια συστημάτων αεράμυνας από το εξωτερικό και διερευνά το ενδεχόμενο στρατολόγησης ξένων μαχητών για την ενίσχυση των συμμάχων της στην Υεμένη.
Ταυτόχρονα, το Ριάντ αναζητά διπλωματική διέξοδο που θα μπορούσε να περιορίσει τη σύγκρουση πριν αυτή αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.
Η Τουρκία, η οποία συμμετέχει στη συμφωνία άμυνας της Μέκκας, έχει αποκλείσει, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έναν επιθετικό ρόλο. Αντίθετα, οι αναφορές για ενδεχόμενη εμπλοκή της Συρίας παραμένουν ανεπιβεβαίωτες.
Οι κινήσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η Σαουδική Αραβία εξετάζει ένα ευρύ φάσμα επιλογών, χωρίς να είναι σαφές εάν θα καταφέρει να εξασφαλίσει εγκαίρως την απαιτούμενη στρατιωτική και διπλωματική υποστήριξη.
Η κλιμάκωση των επιθέσεων των Houthis δημιουργεί μια κρίσιμη δοκιμασία για το σαουδαραβικό βασίλειο.
Η ασφάλεια του Mohammed bin Salman, η προστασία των ενεργειακών υποδομών, η πορεία των ξένων επενδύσεων και η βιωσιμότητα των μεγάλων αναπτυξιακών σχεδίων συνδέονται πλέον στενά με την εξέλιξη της σύγκρουσης.
Εάν η ένταση παραταθεί, το Ριάντ ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπο με αυξημένες αμυντικές δαπάνες, μεγαλύτερη δημοσιονομική πίεση και νέες δυσκολίες στην προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η σαουδαραβική ηγεσία θα καταφέρει να αποκαταστήσει το αίσθημα ασφάλειας και να περιορίσει τις επιθέσεις χωρίς να οδηγηθεί σε μια ευρύτερη στρατιωτική εμπλοκή.
Για τον Mohammed bin Salman, η κρίση δεν αφορά πλέον μόνο το πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αφορά την προστασία της πολιτικής του στρατηγικής και την αξιοπιστία του σχεδίου που φιλοδοξεί να μετατρέψει τη Σαουδική Αραβία σε παγκόσμιο επενδυτικό και τουριστικό κόμβο.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών